ΓΙΑ ΤΟ 2019

 ΣΑΣ ΣΤΕΛΝΟΥΜΕ ΤΙΣ ΚΑΛΛΙΤΕΡΕΣ ΕΥΧΕΣ ΜΑΣ 

ΥΓΕΙΑ                                                
ΑΓΑΠΗ 
             
                                      ΕΙΡΗΝΗ

                                  ΠΟΛΛΕΣ  ΧΑΡΕΣ                                                           

ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΕΥΤΥΧΙΑ

AΛΛΟΣ ΕΝΑΣ ΧΡΟΝΟΣ



«Ο χρόνος, σκέφτομαι, ίσως είναι μια αργοπορημένη τιμωρία – για ποιο πανάρχαιο σφάλμα! Βράδιαζε. Άνοιξα το παράθυρο κι αφουγκράστηκα μακριά το αιώνιο παράπονο του κόσμου.
Έτσι συνήθως χάνουμε τα πιο ωραία χρόνια μας, από ‘να τίποτα: ένα αύριο που άργησε ή ένα λυκόφως που κράτησε πολύ….»
(Το Θλιμμένο Γραμματοκιβώτιο – Τάσος Λειβαδίτης)
«…Αηδίες— ο χρόνος έγινε για να κυλάει,
οι έρωτες για να τελειώνουν,
η ζωή για να πηγαίνει στο διάολο
κι εγώ για να διασχίζω το Άπειρο με το μεγάλο διασκελισμό

ενός μαθηματικού υπολογισμού,
μονάχα όποιος τα διψάει όλα
μπορεί να με προφτάσει,
ό,τι ζήσαμε χάνεται,
γκρεμίζεται μέσα στο σάπιο οισοφάγο του χρόνου
και μόνο καμιά φορά,
τις νύχτες,
θλιβερό γερασμένο μηρυκαστικό τ’ αναμασάει η ξεδοντιασμένη μνήμη,
όσα δε ζήσαμε αυτά μας ανήκουν…»

(Τάσος Λειβαδίτης, 25η ραψωδία της Οδύσσειας)

ΤΟ ΣΤ' ΑΡΡΕΝΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟ ΙΒ' ΘΗΛΕΩΝ

ΤΑ ΑΓΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ ΣΤ' ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΑΡΡΕΝΩΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΑΝ ΚΑΙ ΜΑΣ ΣΤΕΛΝΟΥΝ ΤΑ ΔΙΚΑ ΤΟΥΣ ΚΑΛΑΝΤΑ

** Καλήν εσπέρα φίλοι μου 
κι άμα το λέει η καρδιά σας 
μαντάτα έχω φλέγοντα 
και για την αφεντιά σας! 
Όχι γι’ αυτόν που κάποτε
«εν Βηθλεέμ τη πόλει» 
σαν σήμερα γεννήθηκε, 
αυτά τα ξέρουν όλοι. 
Δυο λόγια θέλω να σας πω 
για τους κατατρεγμένους 
τους πρόσφυγες, τους άστεγους
και καταφρονεμένους. 
Αυτούς που η τύχη το ’φερε 
πάνδεινα να περάσουν
και χώρα, σπίτι, συγγενείς 
στον πόλεμο να χάσουν. 
Εσείς που δώρα κάνετε, 
σκεφήκατε αλήθεια 
πως όλοι τούτ’ οι δυστυχείς 
χρειάζονται βοήθεια; 
Γιατί δεν φτάνουν οι ευχές
και το «επί Γης ειρήνη» 
μα ο καθείς «συν Αθηνά... 
κι ολίγον χείραν κίνει!»


Στο Έκτο και Δωδέκατο 
τοίχοι να μη ραγίσουν 
και οι παλιοί συμμαθητές 
χρόνια καλά να ζήσουν! 

ΣΤΙΧΟΙ- ΓΑΒΡΙΗΛ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ
ΦΩΤΟΣΥΝΘΕΣΗ- ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΓΑΒΑΛΑΣ

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΕΣ ΕΥΧΕΣ

                                                ΠΟΛΛΕΣ ΕΥΧΕΣ ΓΙΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 
                                                 ΥΓΕΙΑ  ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΑΜΕΤΡΗΤΕΣ ΧΑΡΕΣ

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 2018 ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΥΜΜΑΘΗΤΡΙΕΣ ΤΟΥ 1974

22 ΔΕΚΕΜΒΡΗ 2018

TO TΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ 17/12/2018

                                                              WHEN A CHILD IS BORN
                                                                     JOHNNY MATHIS

                                                   A ray of hope flickers in the sky
A tiny star lights up way up high
All across the land, dawns a brand new morn
This comes to pass when a child is born

A silent wish sails the seven seas
The winds of change whisper in the trees
And the walls of doubt crumble, tossed and torn
This comes to pass when a child is born

A rosy hue settles all around
You've got the feel you're on solid ground
For a spell or two, no-one seems forlorn
This comes to pass when a child is born

And all of this happens because the world is waiting,
Waiting for one child
Black, white, yellow, no-one knows
But a child that will grow up and turn tears to laughter,
Hate to love, war to peace and everyone to everyone's neighbour
And misery and suffering will be words to be forgotten, forever

It's all a dream, an illusion now
It must come true, sometime soon somehow
All across the land, dawns a brand new morn
This comes to pass when a child is born

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΚΑΛΕΣΜΑ


ΟΙ ΣΥΜΜΑΘΗΤΡΙΕΣ ΤΟΥ 1974 ΘΑ ΑΝΤΑΜΩΣΟΥΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΚΑΦΕ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΑΙΓΛΗ ΖΑΠΠΕΙΟΥ ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ 22/12/18 ΣΤΙΣ 5.30μμ

Συμμετοχές στο mail του ΙΒ'

ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ



''Τα καλύτερα Χριστούγεννα της ζωής μου''Πένυ Παπαδάκη
Τα Χριστούγεννα των παιδικών μου χρόνων ήταν λιτά αλλά ζεστά. Η οικογένεια μαζευόταν γύρω από το γιορτινό τραπέζι και με πειράγματα και γέλια τιμούσαμε το φαγητό και το γλυκό της μάνας. Η μαγειρική της ήταν κάτω του μετρίου, αλλά ποιος έδινε σημασία σε τέτοιες λεπτομέρειες. Το θέμα ήταν να υπάρχει φαγητό στο τραπέζι, αγάπη,  και μια ενωμένη οικογένεια. Κι από αυτά είχαμε και περίσσευμα. Μα τα  καλύτερα Χριστούγεννα  που θα θυμάμαι για πάντα, ήταν αυτά του 1983. Στο δικό μου πλέον σπιτικό, μαζί με τον σύζυγό μου, βγάζαμε τις πρώτες φωτογραφίες κάτω από το στολισμένο δέντρο, με το πιο όμορφο στολίδι της ζωής μας. Την κόρη μας. Πως περάσανε τα χρόνια…
Και να που τα Χριστούγεννα του 83, έρχονται να συγκριθούν με τα φετινά. Με έναν άλλον ρόλο, αυτόν της γιαγιάς θα κρατήσω κάτω από το στολισμένο δέντρο μου το πιο πολύτιμο στολίδι μου. Τον εγγονό μου.
Κι είναι όμορφο να βλέπεις να μεγαλώνει το δέντρο της ζωής σου και να δίνει καρπούς. Γιατί τα ωραία Χριστούγεννα, δεν είναι η χρυσόσκονη που μάθαμε να βάζουμε αυτές τις μέρες για να τις ομορφύνουμε. Είναι οι μοναδικές στιγμές που μοιραζόμαστε με τα άτομα που αγαπάμε και μας αγαπούν. Εύχομαι σε όλο τον κόσμο, τα φετινά Χριστούγεννα να είναι τα καλύτερα! Καλές γιορτές με υγεία και χαρά!

Τα βιβλία της Πένυς Παπαδάκη κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ψυχογιός

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ 10/12/2018

                                                                 ANNIE'S SONG
                                                                 JOHN DENVER

ΓΙΑΤΙ ΥΠΟΦΕΡΟΥΜΕ



Υποφέρουμε μόλις συνειδητοποιήσουμε ότι δεν έχουμε κάτι που επιθυμούμε, ή μόλις ενημερωθούμε για κάποιαν απώλεια. Υποφέρουμε όταν αυτό που καταφέραμε απέχει πολύ από αυτό που περιμέναμε, κι όταν νομίζουμε ότι για ορισμένα πράγματα είναι πια πολύ αργά.

Ο πόνος, έλεγε ο Βούδας, είναι πανανθρώπινος, έχει όμως μία μόνο ρίζα.

Και η ρίζα αυτή, φρονούσε ο δάσκαλος, είναι η επιθυ­μία.
Επιθυμίες, προσκόλληση, πόθοι και προσδοκίες - ιδού οι ρίζες του πόνου μας. Αν λοιπόν πηγάζουν από δω τα βάσα­νά μας, συνεχίζει ο Βούδας, τότε ο πόνος έχει λύση.
Η λύση είναι να πάψουμε να επιθυμούμε. Να αποδε­χτούμε. Να αφήσουμε πίσω. Να διαγράψουμε την επιτα­κτική ανάγκη να είναι τα πράγματα διαφορετικά απ’ ό,τι είναι.
Σταματήστε την προσπάθεια να αποκτήσετε όλα όσα θα θέλατε να έχετε αυτή τη στιγμή - υλικά, συναισθηματι­κά ή πνευματικά -, και ο πόνος θα εξαφανιστεί.

Υπήρχε ένας ιησουίτης ιερέας που λεγόταν Άντονι δε Μέγιο, και μερικές φορές του άρεσε να παίζει με τις λέξεις στις συγκε­ντρώσεις που έκανε.
«Θέλετε να γίνετε ευτυχισμένοι;» έλεγε στον κόσμο που πήγαινε να τον ακούσει. «Εγώ μπορώ να σας δώσω την ευτυ­χία αυτή τη στιγμή, και μπορώ να σας την εξασφαλίσω για πάντα. Ποιος από σας δέχεται;»
Αρκετοί από τους παρισταμένους σήκωναν το χέρι...
«Πολύ ωραία» συνέχιζε ο Δε Μέγιο. «Ανταλλάσσω την ευτυχία σας με ό,τι έχετε. Δώστε μου ΟΛΑ όσα έχετε, κι εγώ σας δίνω για αντάλλαγμα την ευτυχία.»
Ο κόσμος τον κοίταζε. Νόμιζαν ότι μιλούσε συμβολικά, και γελούσαν...
«Σας το εγγυώμαι» τους διαβεβαίωνε. «Δεν αστειεύο­μαι.»
Τα χέρια άρχιζαν να κατεβαίνουν... κι αυτός έλεγε τότε, χαμογελώντας σαν τον Βούδα:
«Χμμμ... Δεν θέλετε... Δεν θέλει κανένας.»
Και μετά, τους εξηγούσε.
Ταυτίζουμε την ευτυχία με τις ανέσεις μας, με την επι­τυχία, τη δόξα, τη δύναμη, την αναγνώριση, τα χρήματα, τις απολαύσεις, τη στιγμιαία ευχαρίστηση. Και δεν φαίνεται να είμαστε ούτε στο ελάχιστο διατεθειμένοι να παραιτηθούμε από κάτι που έχουμε. Ούτε και με αντάλλαγμα την ευτυχία. Ξέρουμε καλά ότι πολλά από τα βάσανά μας προέρχονται απ’ όσα κάνουμε καθημερινά για να εξασφαλίσουμε όλα όσα επιθυμούμε, κανείς όμως δεν μπορεί να μας πείσει να παραιτηθούμε απ’ αυτά.
Δεν μπορεί κανείς να μας πείσει ότι θα σταματήσουμε να υποφέρουμε αν κάνουμε το μεγάλο βήμα να πάψουμε να επιθυμούμε.
Κι ας είναι ολοφάνερο

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ 3/12/2018

              
                                                               VINCENT (STARRY, STARRY NIGHT)
                                                                                DON MC LEAN

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ - ΜΠΡΕΧΤ



ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ

«Μπορεί η αλήθεια νάν’ θνητή, το ψέμα αθάνατο;» 

«Έτσι δείχνουν όλα».

«Πού είδες η αδικία να μη ξεμασκαρεύεται χρόνους και καιρούς;»

«Εδώ». 

«Μα ξέρεις κάποιον που η βία να του ‘χει φέρει τύχη;»

«Και ποιος δεν ξέρει;»

«Τότε ποιος μπορεί, σ’ έναν τέτοιο κόσμο, να τσακίσει τον τύρρανο;» 

«Εσύ». 

ΌΤΑΝ ΗΡΘΑΝ ΝΑ ΠΑΡΟΥΝ …

Όταν ήρθαν να πάρουν τους τσιγγάνους δεν αντέδρασα. 

Δεν ήμουν τσιγγάνος. 

Όταν ήρθαν να πάρουν τους κομμουνιστές δεν αντέδρασα. 

Δεν ήμουν κομμουνιστής.

Όταν ήρθαν να πάρουν του Εβραίους δεν αντέδρασα. 

Δεν ήμουν Εβραίος. 

Όταν ήρθαν να πάρουν εμένα δεν είχε απομείνει κανείς για να αντιδράσει.


TO TΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ 26/11/2018

                                                                       HAVING MY BABY
                                                                            PAUL ANKA
                                                                                   1974

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑ'Ι'

Ξέρεις την ιστορία του αγρότη και του βιολόγου;
Σ’ ένα τρένο κάθονται μαζί, ο ένας απέναντι από τον άλλον, ένας διάσημος βιολόγος με διεθνή βραβεία, κι ένας σχεδόν αγράμματος αγρότης της περιοχής. Ο πρώτος, φοράει ένα άψογο επίσημο κοστούμι, σε σκούρο γκρί· ο άλλος, ένα φθαρμένο αλλά καθαρό παντελόνι για τη δουλειά στα χωράφια. Ο επιστήμονας έχει γύρω του βιβλία, ενώ ο επαρχιώτης ένα μικρό μπογαλάκι με ρούχα. 
«Θα διαβάσετε όλα αυτά τα βιβλία στο ταξίδι;» ρωτάει ο χωρικός. 
«Όχι, αλλά ποτέ δεν ταξιδεύω χωρίς αυτά» αποκρίνεται ο βιολόγος. 
«Και πότε θα τα διαβάσετε;» 
«Τα έχω διαβάσει… και όχι μόνο μια φορά.» 
«Και δεν τα θυμάστε;» 
«Τα θυμάμαι, όπως κι άλλα, πολύ περισσότερα…» 
«Τρομερό!!! Και για τι πράγμα μιλάνε αυτά τα βιβλία;» 
«Για ζώα…» 
«Τυχεροί θα είναι οι γείτονές σας, που έχουν κοντά έναν κτηνίατρο…» 
«Δεν είμαι κτηνίατρος· είμαι βιολόγος.» 
«Ααααα!!! Και σε τι χρησιμεύουν όλα αυτά που ξέρετε αφού δεν γιατρεύετε ζώα;»
 «Για να ξέρω. Να ξέρω όλο και περισσότερα… Να ξέρω περισσότερα από κάθε άλλον.» 
«Κι αυτό σε τι χρησιμεύει;» 
«Κοιτάξτε… Θα σας δείξω, και με την ευκαιρία θα κάνουμε πιο παραγωγικό αυτό το ταξίδι. Ας υποθέσουμε ότι βάζουμε ένα στοίχημα. Ας πούμε ότι για κάθε ερώτηση που σας κάνω σχετικά με ζώα και δεν ξέρετε να μου απαντήσετε, θα μου δίνετε ένα πέσο. Και για κάθε ερώτηση που θα μου κάνετε εσείς σχετικά με ζώα κι εγώ δεν θα ξέρω να σας απαντήσω, θα σας δίνω, ας πούμε, εκατό πέσος… Παρ'όλη τη διαφορά της χρηματικής αποζημίωσης, οι γνώσεις μου θα συμβάλλουν να γείρει υπέρ μου η πλάστιγγα, και στο τέλος του ταξιδιού θα έχω κερδίσει και λίγα χρήματα.» 
Ο χωρικός σκέφτεται, σκέφτεται… Κάνει λογαριασμούς με το νου του και με τη βοήθεια των δαχτύλων του. 
Τελικά λέει: «Είστε βέβαιος;» 
«Απολύτως» απαντάει ο βιολόγος. 
Ο άνθρωπος με τις χωριάτικες βράκες χώνει το χέρι στην τσέπη και βγάζει ένα κέρμα του ενός πέσο (ένας χωρικός ποτέ δεν στοιχηματίζει εάν δεν έχει να πληρώσει). 
«Ν’ αρχίσω εγώ πρώτος;» ρωτάει ο χωρικός. 
«Αρχίστε» απαντάει με άνεση ο βιολόγος. 
«Για ζώα;» 
«Για ζώα…» 
«Λοιπόν… Ποιο είναι το ζώο που έχει πούπουλα αλλά δεν γεννάει αβγά, όταν γεννιέται έχει δύο κεφάλια, τρέφεται μονάχα με πράσινα φύλλα και πεθαίνει όταν του κόψεις την ουρά;» «Τι;» ρωτάει ο βιολόγος. 
«Ρωτάω πώς λέγεται είναι το ζώο που έχει πούπουλα αλλά δεν γεννάει αβγά, όταν γεννιέται έχει δύο κεφάλια, τρέφεται μονάχα με πράσινα φύλλα και πεθαίνει όταν του κόψεις την ουρά.» 
Ο επιστήμονας μένει άναυδος και δείχνει συλλογισμένος. Αμίλητος, ψάχνει μανιωδώς στη μνήμη του τη σωστή απάντηση… Περνούν τα λεπτά. Τότε, βρίσκει το θάρρος να ρωτήσει: «Μπορώ να χρησιμοποιήσω τα βιβλία μου;» 
«Φυσικά!» απαντάει ο αγρότης. Ο άνθρωπος της επιστήμης αρχίζει ν’ ανοίγει τον ένα τόμο μετά τον άλλον, ψάχνει στα ευρετήρια, κοιτάζει τις φωτογραφίες… Μετά, βγάζει ένα χαρτί και κρατάει σημειώσεις. Ύστερα κατεβάζει από το ράφι μια τεράστια βαλίτσα και βγάζει από μέσα τρία χοντρά βιβλία που τα συμβουλεύεται. Έχουν περάσει δύο ώρες και ο βιολόγος εξακολουθεί να ξεφυλλίζει βιβλία, να ψάχνει και να μουρμουρίζει ενώ κάνει ακατανόητα σχήματα στο σημειωματάριό του. 
Τελικά, από τα μεγάφωνα ανακοινώνουν ότι το τρένο φτάνει στο σταθμό. Ο βιολόγος επιταχύνει, ενώ λαχανιάζει ταραγμένος. Δεν τα καταφέρνει.
 Όταν το τρένο κόβει ταχύτητα, ο επιστήμονας βάζει το χέρι στην τσέπη, βγάζει ένα κολλαριστό χαρτονόμισμα των εκατό πέσος και λέει στον χωρικό: «Κερδίσατε… Ορίστε.» 
Ο χωρικός σηκώνεται όρθιος, παίρνει το χαρτονόμισμα, το κοιτάζει ικανοποιημένος και το χώνει στην τσέπη. 
«Ευχαριστώ» του λέει, και παίρνοντας το δισάκι του πάει να φύγει. 
«Περιμένετε, περιμένετε» τον σταματάει ο βιολόγος. «Ποιο είναι αυτό το ζώο;» 
«Ααααα… Ούτε εγώ το ξέρω…» λέει ο αγρότης. Και χώνοντας πάλι το χέρι στην τσέπη, βγάζει το ένα πέσο και το δίνει στον επιστήμονα, λέγοντας: «Ορίστε ένα πέσο. Χάρηκα πολύ για τη γνωριμία, κύριε…» 
Ο πιο διαβασμένος δεν ξέρει πάντα τα περισσότερα, ο πιο μορφωμένος δεν είναι και ο πιο καλλιεργημένος, δεν κερδίζει πάντοτε ο καλύτερα πληροφορημένος. Διδάσκει και η ζωή… και μάλιστα πολύ.

Από την άγνοια στη σοφία ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΪ

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ 19/11/2018

                                                                ΑΥΤΑ ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΣΗΜΑΔΙΑ                 
                                                                ΡΙΤΣΟΣ-ΛΕΟΝΤΗΣ-ΞΥΛΟΥΡΗΣ

ΤΩΝ ΑΦΑΝΩΝ



ΤΩΝ ΑΦΑΝΩΝ

Μαργαρίτα  Μανώλη

 Και ξαφνικά άνθισε ένας Νοέμβρης στη μέση του χειμώνα. Ένας, δύο, τέσσερις, εκατό, χιλιάδες.  Άναψαν φωτιά στην πικρή πολιτεία. Και συ ένας από τους χιλιάδες στο κάλεσμα της γενιάς σου. Τους αφανείς.  Το ματωμένο σου πουκάμισο δεν το ‘κανες σημαία. Να εξαργυρώσεις με οφίτσια. Φώναζες για λεύτερη ζωή, λεύτερο κόσμο. Και το πάθος ράγιζε τη φωνή σου. Τώρα σωπαίνεις. Γιατί σωπαίνεις;  Εσύ, σύντροφε, συναγωνιστή που μπήκες πρώτος στη φωτιά.  «Ωραίος ως Έλληνας».
  Μόνο κάθε χρόνο την ίδια μέρα προσκυνάς στον ιερό τόπο. Σκύβεις ευλαβικά. Μ’ ένα λουλούδι στο χέρι. Όχι γαρύφαλλο. Τα εκπόρνεψαν αυτά. Κι ένα χαμόγελο πικρό στα χείλη.   Εκείνος ο Νοέμβρης θα μείνει για πάντα καρφωμένος στη μνήμη σου.

Σπύρος Σιάτρας
Διαρκώς
Τα πρόχειρα σάντουιτς και οι πλαστικές σακούλες με τρόφιμα που περνάγανε μέσα χέρι με χέρι.
Τα τσιγάρα που πήγαιναν οι οικοδόμοι στην πύλη
Τα δάκρυα και η γραπατσαλωμένη αγωνία σε ροζιασμένα βλέμματα και χέρια που συνόδευαν τα «Να προσέχετε παιδιά μου, να προσέχετε!...»
Τα φάρμακα μέσα σε τσάντες κουστουμαρισμένων γιατρών και τσέπες σακακιών υπεράνω υποψίας.
Τα χειροκροτήματα των επιβατών των τρόλλεϋ στην Πατησίων.
Τα ανήσυχα βλέμματα των χαφιέδων στην γωνία της Στουρνάρη.
Η αρρωστημένη λύσσα των ακροβολισμένων σκοπευτών στο κτήριο του ΟΤΕ και στις ταράτσες γύρω πολυκατοικιών.
Τα ερωτευμένα αγκαλιάσματα κάτω από τις νεραντζιές στο προαύλιο, με τις προκηρύξεις στα χέρια.
Το μελάνι πολυγράφου στα δάχτυλα που πάσχιζαν να μην λερώσουν το ψωμί που συνωμοτικά έφερνε από την πλαϊνή πύλη το ζευγάρι των υπερήλικων ταβερνιάρηδων.
Οι πόρτες των πολυκατοικιών που άνοιγαν στα κυνηγητά.
Οι ανώνυμες προσωπικές συνειδησιακές μάχες «να μπω ή όχι», ανεξαρτήτως τελικής επιλογής.
Τα αυτιά που ήταν αγκιστρωμένα στο ραδιάκι, προσπαθώντας μέσα από παρεμβολές να μάθουν.
Τα «έχεις παιδί! Που πας;;;» που κοπάναγαν με κλάματα εγκλωβισμένης μανίας φτωχικές εξώπορτες στις Δυτικές Συνοικίες.
Εκείνα που ελάχιστοι γνωρίζουν, έξω από την κλειστή πόρτα του ραδιοφωνικού σταθμού και η για ιστορικούς λόγους αποσιώπησή τους.
Το «8» που δεν υπήρξε, που ήταν «κατασκευασμένο», που ακόμη ενοχλεί.
Η μυθοποίηση, η απαξίωση, η ενσωμάτωση, η ιδιωτική και πολιτική χρήση, η ανοχή, η σιχασιά για πρόσωπα.
Ο κόμπος στον λαιμό όσων ήταν εκεί και ακόμη θυμούνται, το βλέμμα πέρα όσων ήξεραν ή έμαθαν.
Οι λίγοι, οι ελάχιστοι που ακόμα.
Κάποιες μοναχικές φιγούρες, που στηρίζονταν σε στύλους και έκλαιγαν βουβά τα επόμενα χρόνια. Μέχρι που δεν ξαναφάνηκαν ποτέ.
Η φωτογραφία της κυρίας Σοφίας στο μπαλκόνι απέναντι, με την Ιστορία στην φωνή και την ροή του χρόνου στα πόδια της.
Οι ζωές που γιγαντώθηκαν ή εκμηδενίστηκαν μέσα σε ένα τριήμερο στην Πατησίων. Κι εκείνες που αναρωτιούνται ακόμη για όλα, πολλά χρόνια έπειτα.
Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες.
Οι μαυροφορεμένες μάνες. Που ό,τι έμαθαν και όσες έμαθαν, το κράτησαν μαζί τους.
Τα πορίσματα, οι φήμες, οι συγκαλύψεις, η σπέκουλα, η λάσπη, τα ψέματα, η προπαγάνδα.
Όλα εκείνα που ακολούθησαν. Οι νέοι νεκροί. Μετά.
Οι πεθαμένοι μέσα τους. Από τότε.
Η ανατριχίλα των λίγων, κάθε φορά που περνούν από μπροστά.
Το μοναχικό κεφάλι δίπλα στην πύλη και όσα θα ήθελε να πει.
Το σιωπηλό και μοναχικό επετειακό τσιγάρο στο απέναντι πεζοδρόμιο, όλο και πιο αραιά πια. Συνήθως δυο ημέρες πριν το επίσημα καθιερωμένο λειτουργικό.
Ο ήλιος που εξακολουθεί και ανατέλλει από το ίδιο σημείο. Και δύει όποτε γουστάρει αυτός.
Η προσπάθεια να μην διαγράψω ετούτο το κείμενο.
Η ζωή που τραβάει την ανηφόρα.
Διαρκώς…

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ 12/11/2018

                                                                         IT'S TOO LATE
                                                                    CAROLE KING 1971

Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ - ΑΠΟΣΜΑΣΜΑ




Γεννηθήκαμε σε μια ενδιαφέρουσα εποχή, γεμάτη αλλοπρόσαλλες απόπειρες, περιπέτειες και σύγκρουσες· σύγκρουσες όχι μονάχα, όπως άλλοτε, ανάμεσα στις αρετές και στις κακίες, παρά — κι αυτό ‘ναι το πιο τραγικό — ανάμεσα στις ίδιες τις αρετές.
Οι παλιές αναγνωρισμένες αρετές αρχίζουν να χάνουν το κύρος τους, δεν μπορούν πια να επαρκέσουν στο θρησκευτικό, ηθικό, πνεματικό, κοινωνικό αίτημα της σύγχρονης ψυχής.
Θαρρείς κι η ψυχή του ανθρώπου μεγάλωσε και δε χωράει πια στα παλιά καλούπια.
Στα σπλάχνα της εποχής μας, στα σπλάχνα κάθε συγχρονισμένου ανθρώπου, είτε συνειδητά είτε ασύνειδα, ξέσπασε ένας εμφύλιος πόλεμος, χωρίς έλεος, ανάμεσα στον παλιό, παντοδύναμο άλλοτε μύθο, που ξεθύμανε μα πολεμάει απελπισμένα να ρυθμίσει ακόμα τη ζωή μας, και στο νέο μύθο, που μάχεται, αδέξια ακόμα κι ανοργάνωτα, να κυβερνήσει τις ψυχές μας.  Γι’ αυτό κάθε ζωντανός άνθρωπος σήμερα σπαράζεται από τη δραματική μοίρα του καιρού του.
ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ 
Αναφορά στο Γκρέκο 

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ 5/11/2018

                                                                           VITA MIA
                                                                 TONY DEL MONACO

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ 29/10/ 2018

                                                                ΚΑΝΕ ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΕΛΛΑΔΑ ΜΟΥ
                                                                                 ΣΟΦΙΑ ΒΕΜΠΟ

ΟΙ ΑΦΑΝΕΙΣ ΗΡΩΙΔΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΈΜΟΥ



«Alors , c’ est la guerre» - «Λοιπόν, αυτό σημαίνει πόλεμος». Ήταν 3 τα ξημερώματα της Δευτέρας 28 Οκτωβρίου του 1940, όταν ο Ιωάννης Μεταξάς, απάντησε αρνητικά στο τελεσίγραφο των Ιταλών, να τους επιτραπεί η ελεύθερη διέλευση του στρατού τους στα ελληνοαλβανικά σύνορα και να καταλάβουν στη συνέχεια στρατηγικά σημεία της Ελλάδας.

Η αρνητική απάντηση του Μεταξά, στα γαλλικά, στις ιταμές αξιώσεις των Ιταλών, σύντομα μεταφράστηκε – σε αυτό είχε συμβολή και ο Τύπος της εποχής – σε ένα βροντερό 
«ΌΧΙ», που ενέπνευσε μικρούς και μεγάλους, ηλικιωμένους, γυναίκες, παιδιά, άνδρες. Κι ενώ θα περίμενε κανείς ότι στις 3 τα ξημερώματα εκείνης της μέρας, θα σταματούσε ο χρόνος για την Ελλάδα, μόλις ξεκινούσε για την Πατρίδα μας, ένα ακόμη σημαντικό κεφάλαιο στην ιστορία της, παραδίδοντας μαθήματα ήθους, φρονήματος, γενναιότητας, ηρωισμού και αγάπης για την πατρίδα, σε όλο τον κόσμο.

Το πρωινό της Δευτέρας εκείνης, η Ελλάδα ξύπνησε με τις σειρήνες του πολέμου, αλλά και έναν άνεμο περηφάνιας και ελληνικής λεβεντιάς να φυσάει από άκρη σε άκρη. Από τις μεγάλες πόλεις, μέχρι το πιο απομακρυσμένο χωριό. Και σε αυτόν τον άνεμο, η Ελληνίδα γυναίκα και μάνα ήταν και εκείνη που ύψωσε τη δική της γροθιά, και με έναν αξιοθαύμαστο τρόπο ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα της Πατρίδας.

«Στης ιστορίας το διάσελο όρθιος ο γιος πολέμαγε/και η μάνα κράταε τα βουνά, όρθιος να στέκει ο γιος της/μπρούντζος, χιόνι και σύννεφο» είναι κάποιοι από τους στίχους του ποιήματος του Νικηφόρου Βρεττάκου, «Μάνα και γιος». Η Ελληνίδα μάνα στο Έπος του 40, έδειξε ένα απαράμιλλο ηρωισμό και αυτοθυσία. «Δεν υπήρξε ούτε μία μάνα που να έκλαψε, όταν ο γιος της έφευγε για το Μέτωπο», διαβάζουμε σε ιστορικές μαρτυρίες για την εποχή εκείνη. Έδινε την ευχή της, να συντροφεύσει τα παιδιά της στο Μέτωπο, μαζί με την εικόνα της Μάνας όλων, της Παναγιάς. Να τους δίνει δύναμη και κουράγιο.

Και οι ίδιες, όμως, οι Ελληνίδες πολέμησαν αντάξια ως μάνες, σύζυγοι, κόρες και αδελφές. Ήταν οι αφανείς ηρωίδες του 40. Πήραν τη θέση του άντρα, που έφυγε για το Μέτωπο, στο σπίτι. Ανέλαβαν να μεγαλώσουν τα μικρότερα παιδιά, να κρατήσουν το σπίτι. Έγιναν μάνα και πατέρας, αφέντης του σπιτιού και νοικοκυρά. Στέκονταν στις ουρές, στα συσσίτια για μια κουτάλα φασόλια ξερά και ένα κομμάτι ψωμί. Με βλέμμα πονεμένο, τη θλίψη στα μάτια τους και την αγωνία για το τι θα απογίνουν τα παιδιά τους. Οι ίδιες δεν έτρωγαν για να δώσουν στα παιδιά τους. Μανάδες πέθαναν στο μεγάλο λιμό, του χειμώνα του 41, όπου οι νεκροί από την πείνα έφτασαν τους 300.000.
Δεκάδες γυναικείες οργανώσεις, όπου συμμετέχουν όλες οι Ελληνίδες, από άκρη σε άκρη της χώρας και υπό την αιγίδα της οργάνωσης, «Η φανέλα του στρατιώτη» αναλαμβάνουν το ρουχισμό των στρατιωτών στο Μέτωπο. Νέες κοπέλες, γυναίκες και γιαγιάδες πλέκουν φανέλες, κάλτσες και μπλούζες, για το στρατό, που έχει να αντιμετωπίσει το ψύχος στα βουνά. «Μερόνυχτα σκυμμένη στέκει/και ξενυχτάει δουλεύοντας για την Πατρίδα/κι ενώ σκυμμένη πλέκει/έχει ψηλά το μέτωπο η Ελληνίδα. Και τα βελόνια γίνονται σπαθιά/που βγαίνουν από τη χρυσή τους θήκη/να αγωνιστούνε με το νιο πολεμιστή», γράφει στο ποίημα του «Ελληνίδες», ο Τίμος Μωραϊτίνης.

                                                                                     




Γ Σεφέρης,απονομή του Νομπελ,1963

Σαν σήμερα πριν 55 χρόνια ο πρώτος Έλληνας που κέρδισε το Νόμπελ Λογοτεχνίας.



Στις 24 Οκτωβρίου 1963, η Σουηδική Ακαδημία τιμά με Νόμπελ Λογοτεχνίας τον ποιητή Γιώργο Σεφέρη «για το υπέροχο λυρικό ύφος του, που είναι εμπνευσμένο από ένα βαθύ αίσθημα για το ελληνικό πολιτιστικό ιδεώδες» και γίνεται ο πρώτος Έλληνας που βραβεύεται με Νόμπελ.          

Σε επίσημο δείπνο που δόθηκε στο δημαρχείο της Στοκχόλμης, μετά την τελετή απονομής του Νόμπελ, στις 10 Δεκεμβρίου, ο Γιώργος Σεφέρης εκφωνεί την παρακάτω ομιλία:
«Τούτη την ώρα αισθάνομαι πως είμαι ο ίδιος μια αντίφαση. Αλήθεια, η Σουηδική Ακαδημία έκρινε πως η προσπάθειά μου σε μια γλώσσα περιλάλητη επί αιώνες, αλλά στην παρούσα μορφή της περιορισμένη, άξιζε αυτή την υψηλή διάκριση. Θέλησε να τιμήσει τη γλώσσα μου, και να – εκφράζω τώρα τις ευχαριστίες μου σε ξένη γλώσσα. Σας παρακαλώ να μου δώσετε τη συγγνώμη που ζητώ πρώτα- πρώτα από τον εαυτό μου.
Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού του, τη θάλασσα, και το φως του ήλιου. Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρίς διακοπή. Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετί ζωντανό, αλλά δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης είναι η αγάπη της για την ανθρωπιά· κανόνας της είναι η δικαιοσύνη. Στην αρχαία τραγωδία, την οργανωμένη με τόση ακρίβεια, ο άνθρωπος που ξεπερνά το μέτρο πρέπει να τιμωρηθεί από τις Ερινύες. O ίδιος νόμος ισχύει και όταν ακόμη πρόκειται για φυσικά φαινόμενα: «Ήλιος ουχ υπερβήσεται μέτρα» λέει ο Ηράκλειτος· «ει δε μη, Ερινύες μιν Δίκης επίκουροι εξευρήσουσιν» (μτφρ. «δεν πρέπει ο Ήλιος να ξεπερνάει το μέτρο· διαφορετικά, οι ίδιες οι Ερινύες θα προσφερθούν ως βοηθοί της Δικαιοσύνης»).
Συλλογίζομαι πως δεν αποκλείεται ολωσδιόλου να ωφεληθεί ένας σύγχρονος επιστήμων, αν στοχαστεί τούτο το απόφθεγμα του Ίωνα φιλοσόφου. Όσο για μένα συγκινούμαι παρατηρώντας πως η συνείδηση της δικαιοσύνης είχε τόσο πολύ διαποτίσει την ελληνική ψυχή, ώστε να γίνει κανόνας και του φυσικού κόσμου. Και ένας από τους διδασκάλους μου, των αρχών του περασμένου αιώνα, γράφει: «…θα χαθούμε, γιατί αδικήσαμε…»***. Αυτός ο άνθρωπος ήταν αγράμματος· είχε μάθει να γράφει στα τριάντα πέντε χρόνια της ηλικίας του. Αλλά στην Ελλάδα των ημερών μας, η προφορική παράδοση πηγαίνει μακριά στα περασμένα όσο και η γραπτή. Το ίδιο και η ποίηση. Είναι για μένα σημαντικό το γεγονός ότι η Σουηδία θέλησε να τιμήσει και τούτη την ποίηση και όλη την ποίηση γενικά, ακόμη και όταν αναβρύζει ανάμεσα σ’ ένα λαό περιορισμένο. Γιατί πιστεύω πως τούτος ο σύγχρονος κόσμος όπου ζούμε, ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα – και τι θα γινόμασταν, αν η πνοή μας λιγόστευε; Είναι μια πράξη εμπιστοσύνης – κι ένας Θεός το ξέρει αν τα δεινά μας δεν τα χρωστάμε στη στέρηση εμπιστοσύνης.
Παρατήρησαν, τον περασμένο χρόνο, γύρω από τούτο το τραπέζι, την πολύ μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις ανακαλύψεις της σύγχρονης επιστήμης και στη λογοτεχνία· παρατήρησαν πως ανάμεσα σ’ ένα αρχαίο ελληνικό δράμα και ένα σημερινό η διαφορά είναι λίγη. Ναι, η συμπεριφορά του ανθρώπου δε μοιάζει να έχει αλλάξει βασικά. Και πρέπει να προσθέσω πως νιώθει πάντα την ανάγκη ν’ ακούει τούτη την ανθρώπινη φωνή που ονομάζουμε ποίηση. Αυτή τη φωνή που κινδυνεύει να σβήσει κάθε στιγμή από στέρηση αγάπης και ολοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγημένη, ξέρει πού να ‘βρει καταφύγιο· απαρνημένη, έχει το ένστικτο να πάει να ριζώσει στους πιο απροσδόκητους τόπους. Γι’ αυτή δεν υπάρχουν μεγάλα και μικρά μέρη του κόσμου. Το βασίλειό της είναι στις καρδιές όλων των ανθρώπων της γης. Έχει τη χάρη ν’ αποφεύγει πάντα τη συνήθεια, αυτή τη βιομηχανία. Χρωστώ την ευγνωμοσύνη μου στη Σουηδική Ακαδημία, που ένιωσε αυτά τα πράγματα· που ένιωσε πως οι γλώσσες, οι λεγόμενες περιορισμένης χρήσης, δεν πρέπει να καταντούν φράχτες, όπου πνίγεται ο παλμός της ανθρώπινης καρδιάς· που έγινε ένας Άρειος Πάγος ικανός: να κρίνει με αλήθεια επίσημη την άδικη μοίρα της ζωής, για να θυμηθώ το Σέλλεϋ, τον εμπνευστή, καθώς μας λένε, του Αλφρέδου Νομπέλ, αυτού του ανθρώπου που μπόρεσε να εξαγοράσει την αναπόφευκτη βία με τη μεγαλοσύνη της καρδιάς του.
Σ’ αυτό τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους. Πρέπει ν’ αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου και να βρίσκεται.
Όταν, στο δρόμο της Θήβας, ο Oιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα κι αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: ο άνθρωπος. Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε. Ας συλλογιστούμε την απόκριση του Oιδίποδα».